music

Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

Το Θαύμα της Αγάπης






Τα παιδιά του χωριού τον φώναζαν Κυρ-Κατσούφη

Όμως το όνομά του ήταν Τούμη. Κύριος Τζόναθαν Τούμη. Αν και δεν ήταν ευγενικό να βγάζεις παρατσούκλια στον κόσμο, αυτό του ταίριαζε πολύ. Γιατί ο Τζόναθαν Τούμη σπάνια χαμογελούσε. Δε γελούσε σχεδόν ποτέ. Περπατούσε μουρμουρίζοντας γκρινιάρικα, μίλαγε πάντα κατσούφικα, παραπονιόταν για τις καμπάνες που χτυπούσαν, παραπονιόταν για τα πουλιά που κελαηδούσαν, παραπονιόταν για τα παιδιά που έκαναν θόρυβο παίζοντας. Για όλα παραπονιόταν….

Ο κύριος Τούμη ήταν ξυλογλύπτης. Μερικοί έλεγαν ότι ήταν ο καλύτερος σε όλη την κοιλάδα. Περνούσε τις μέρες του καθισμένος σ’ έναν πάγκο σκαλίζοντας όμορφα αντικείμενα από ξύλο πεύκου, καρυδιάς και καστανιάς.

Ο Τζόναθαν Τούμη δεν ήταν γέρος. Όμως έτσι φαινόταν, αφού περπατούσε πάντα σκυφτός με το κεφάλι κάτω.

Οι άνθρωποι του χωριού δεν το γνώριζαν, αλλά υπήρχε λόγος που ήταν κατσούφης και γκρινιάρης. Υπήρχε λόγος που περπατούσε σκυθρωπός, σαν να κουβαλούσε ένα μεγάλο βάρος στους ώμους του. Μερικά χρόνια πριν, όταν ο Τζόναθαν ήταν νέος, γεμάτος ζωή και γεμάτος αγάπη, η γυναίκα του και το μωρό τους αρρώστησαν βαριά. Και επειδή εκείνο τον καιρό δεν υπήρχαν φάρμακα και ικανοί γιατροί πέθαναν και οι δυο με διαφορά τριών ημερών ο ένας απ’ τον άλλον. Έτσι ο Τζόναθαν πήρε τα υπάρχοντά του και εγκαταστάθηκε σ’ ένα μικροσκοπικό σπίτι στην άκρη του χωριού για ν’ ασχοληθεί με την ξυλογλυπτική.

Μια μέρα, στις αρχές του Δεκέμβρη, κάποιος χτύπησε την πόρτα του Τζόναθαν. Μουρμουρίζοντας και γκρινιάζοντας, πήγε ν’ ανοίξει. Έξω στεκόταν μια γυναίκα και ένα νεαρό αγόρι. Ήταν η χήρα Μακντάουελ, η οποία ήταν καινούρια στο χωριό με το γιο της τον Τόμας. Του ζήτησε να της κάνει μια δουλειά. Να τις σκαλίσει χριστουγεννιάτικες φιγούρες για τα Χριστούγεννα. Είχε χάσει τις παλιές, με τη μετακόμιση, και ο μικρός Τόμας τις ήθελε για να στολίσει το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Δυο πρόβατα, έναν άγγελο, την Παναγία, τον Ιωσήφ, το μικρό Χριστό και τους σοφούς Μάγους.

«Θα δεχτείτε τη δουλειά;» ρώτησε η κυρία Μακντάουελ.

«Δέχομαι» είπε ο Τζόναθαν και με αγένεια έκλεισε την πόρτα.

Την ερχόμενη βδομάδα τον επισκέφτηκε πάλι η κυρία Μακντάουελ και τον παρακάλεσε να παρακολουθήσει ο μικρός Τόμας την ξυλογλυπτική, γιατί , όταν θα μεγάλωνε, ήθελε να γίνει κι αυτός ξυλογλύπτης. Τον διαβεβαίωσε πως θα είναι πολύ ήσυχος.

Ο Τζόναθαν στενάζοντας δέχτηκε λέγοντας στον μικρό πως ούτε θα κουνιέται, ούτε θα μιλάει ούτε θα κάνει θορύβους.

Η κυρία Μακντάουελ, αφού έδωσε στον Τζόναθαν ένα καρβέλι ζεστό ψωμί, έβγαλε το πλεκτό της και κάθισε σε μια κουνιστή καρέκλα σε μια απόμερη γωνιά της καλύβας.

«Όχι εκεί!!! Φώναξε ο Τζόναθαν. «Κανείς δεν κάθεται σ’ αυτήν την καρέκλα»







Η κυρία Μακντάουελ τρομαγμένη κάθισε σε μια άλλη καρέκλα δίπλα στο τζάκι, ενώ ο Τόμας προσπαθούσε να μην κάνει τον παραμικρό θόρυβο για να μην ενοχλήσει τον παράξενο ξυλογλύπτη .

Κάποια στιγμή ο Τόμας είπε στον Τζόναθαν πως τα πρόβατα είναι πανέμορφα, αλλά έπρεπε να δείχνουν πιο χαρούμενα, γιατί ήξεραν πως είναι με το μικρό Χριστό, η αγελάδα έπρεπε να δείχνει πιο περήφανη γιατί ο Χριστός είχα διαλέξει το στάβλο της για να γεννηθεί, ο άγγελος πρέπει να δείχνει σαν ένας από τους πιο σπουδαίους αγγέλους, γιατί είχε σταλεί για το μικρό Χριστό, οι μάγοι πρέπει να φορούν τα πιο όμορφα ρούχα και ο Ιωσήφ και η Μαρία να είναι σκυφτοί πάνω από το μικρό Χριστό σαν να τον προστάτευαν.

Εκείνο το βράδυ ο Τζόναθαν δούλεψε τις φιγούρες με μεγάλη προσοχή μέχρι που τα βλέφαρά του βάρυναν κι έκλεισαν.

Λίγες μέρες αργότερα η κυρία Μακντάουελ και ο μικρός Τόμας επισκέφτηκαν την καλύβα του Τζόναθαν και παρακολούθησαν τη δημιουργία της πιο ξεχωριστής φιγούρας: του μικρού Χριστού.

Ο Τόμας είχε και εδώ μια παρατήρηση. Ο μικρός Χριστός έπρεπε να χαμογελά και να απλώνει τα χέρια του προς την μητέρα του την Παναγία που φαινόταν ότι τον αγαπάει πάρα πολύ.

Ο Τζόναθαν ευχαρίστησε τον Τόμας και του είπε πως την επόμενη μέρα, που ήταν Χριστούγεννα, θα ήταν έτοιμες οι φιγούρες του.





Η κυρία Μακντάουελ πρόσφερε στον Τζόναθαν ένα ζεστό και χαρούμενο κασκόλ πλεγμένο στο χέρι. Ο Τζόναθαν χαμογέλασε αμυδρά, τύλιξε το κασκόλ στο λαιμό του και τους αποχαιρέτισε.

Εκείνο το βράδυ ο Τζόναθαν αντί να φάει το βραδινό του ξεκίνησε να σχεδιάσει τις τελευταίες φιγούρες. Ζωγράφισε την Παναγία μετά τσαλάκωσε το σκίτσο και το πέταξε στο πάτωμα, ζωγράφισε το βρέφος τσαλάκωσε το σκίτσο και το πέταξε δίπλα στο πρώτο. Σχεδίασε ξανά. Και πάλι τσαλάκωσε το χαρτί. Σύντομα σχηματίστηκε ένα μικρό βουνό από τσαλακωμένα χαρτιά στα πόδια του. Όταν τα μεσάνυχτα άκουσε τις καμπάνες της εκκλησίας να σημαίνουν την έναρξη της Χριστουγεννιάτικης λειτουργίας, σηκώθηκε άνοιξε το συρτάρι κάτω από το ντουλάπι, που είχε χρόνια να το ανοίξει, έβγαλε ένα δαντελωτό μαντίλι, ένα ζευγάρι μικρές κάλτσες και μια θαυμάσια ξυλόγλυπτη κορνίζα από ξύλο καστανιάς που περιείχε το σκίτσο μιας γυναίκας καθισμένης σε μια κουνιστή πολυθρόνα να κρατάει ένα μωρό. Δυο δάκρυα κύλισαν στα μάγουλά του.

Τα τοποθέτησε στον πάγκο του κι άρχισε να σκαλίζει σταθερά και σίγουρα. Σκάλιζε όλη νύχτα.

Την επόμενη μέρα, όταν η κυρία Μακντάουελ και ο Τόμας ήρθαν να πάρουν τις φιγούρες, αντίκρισαν μια υπέροχη εικόνα: χαρούμενα πρόβατα, μια αγελάδα περήφανη, έναν πολύ σπουδαίο άγγελο με μεγαλόπρεπα φτερά, τρεις μάγους με πλούσια και φινιρισμένα άμφια, έναν στοργικό Ιωσήφ, μια αφοσιωμένη Παναγία και έναν χαμογελαστό Χριστούλη που άπλωνε τα χέρια του ν’ αγγίξει το πρόσωπο της μητέρας του.

Εκείνη τη μέρα ο Τζόναθαν πήγε στη Χριστουγεννιάτικη λειτουργία με τη χήρα Μακντάουελ και τον μικρό Τόμας. Κι εκείνη τη μέρα στο προαύλιο της εκκλησίας τα παιδιά του χωριού είδαν τον Τζόναθαν να τινάζει το κεφάλι του ψηλά και να γελά. Έτσι πρόσεξαν και τα γαλάζια μάτια του, που είχαν το χρώμα του Αυγουστιάτικου ουρανού.

Από τότε κανείς πια δεν τον ξαναφώναξε κυρ-Κατσούφη





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου