music

Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

Snow Queen







Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα παμπόνηρο στοιχειό, πιο πονηρό απ’ όλα τα ξωτικά.

Μια μέρα είχε μεγάλα κέφια, γιατί είχε φτιάξει έναν καθρέφτη που έκανε καθετί καλό που καθρεφτιζόταν μέσα του, να ζαρώνει και να χάνεται.

Στον καθρέφτη αυτόν τα πιο όμορφα τοπία, έμοιαζαν σαχλά κι απαίσια κι οι πιο όμορφοι άνθρωποι φαντάζονταν μισητοί.

Το στοιχειό πίστευε πως αυτό ήταν απίστευτα διασκεδαστικό και καυχιόταν για το σπουδαίο κατασκεύασμά του.

Μια μέρα τα υπόλοιπα ξωτικά πήραν το μαγικό καθρέφτη και τον ταξίδεψαν σε όλον τον κόσμο, σε κάθε άκρη της γης. Όσοι καθρεφτίζονταν μέσα του αλλοιώνονταν και γίνονταν ψυχροί και σκληροί.

Ύστερα τον πήραν ψηλά στον ουρανό και όσο πιο ψηλά τον ανέβαζαν, τόσο περισσότερο ράγιζε, ώσπου έγινε χιλιάδες μικρά κομματάκια. Κι έτσι βέβαια προξένησε ακόμη μεγαλύτερη δυστυχία, γιατί όλα τα κομματάκια , που ήταν σαν μικρούς κόκκους άμμου, πήγαν και τρύπωσαν στις ψυχές των ανθρώπων κάνοντάς τες σκληρές σαν μια μάζα από πάγο.

Σε μια μικρή πόλη ζούσαν δυο φτωχά παιδιά ο Κέι και η Γκέρντα. Ένα χειμωνιάτικο απόγευμα τα παιδιά σκαρφάλωσαν στις καρέκλες δίπλα στο παράθυρο και έβλεπαν τις νιφάδες του χιονιού που έπεφταν απαλά.

Η πιο μεγάλη νιφάδα σκάλωσε στην άκρη μιας γλάστρας και ξαφνικά άρχισε να μεγαλώνει, να μεγαλώνει ώσπου στο τέλος πήρε τη μορφή μιας γυναίκας ντυμένης με τα πιο αραχνοϋφαντα μεταξωτά, που πάνω τους γυάλιζαν μυριάδες γυαλιστερές πούλιες σαν αστέρια.

Έγνεψε στο αγόρι και έκανε να τον χαιρετίσει, αλλά ο Κέι τρόμαξε και πήδηξε από την καρέκλα για να κρυφτεί, όμως αμέσως μετά του φάνηκε πως είδε ένα μεγάλο πουλί να πετάει έξω από το παράθυρο.

Βγήκαν μεμιάς έξω στην αυλή, όταν ξαφνικά ο Κέι φώναξε: «Χριστέ μου! Τι πόνος ξαφνικός στην καρδιάμου! Οχ, κάτι μπήκε και στο μάτι μου!».

Η Γκέρντα στράφηκε και τον κοίταξε. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του. Τίποτα δε φαινόταν. «Νομίζω πως έφυγε» είπε καθησυχάζοντάς τον.

Κι όμως δεν είχε φύγει. Ήταν ένα από εκείνα τα μικρά γυάλινα κομμάτια του μαγικού καθρέφτη. Στην καρδιά του καημένου του Κέι καρφώθηκε τέτοιο γυαλί που την έκανε ψυχρή σαν ένα κομμάτι πάγου.

Ο Κέι από τότε δεν αγαπούσε τίποτε και κανέναν. Στο δρόμο κορόιδευε τους περαστικούς, στο σπίτι τσαλάκωνε τις υπέροχες ζωγραφιές της αδελφής του και έκανε δυστυχισμένους τους γύρω του.

Μια χιονισμένη μέρα ο Κέι πήγε στην πλατεία να παίξει. Τα πιο ριψοκίνδυνα παιδιά διασκέδαζαν δένοντας τα έλκηθρά τους στις περαστικές άμαξες. Ενώ έπαιζαν, πέρασε από δίπλα τους ένα κατάλευκο έλκηθρο. Επάνω καθόταν μια μορφή τυλιγμένη σε μια παχιά λευκή γούνα και φορούσε ένα μεγάλο γούνινο λευκό καπέλο. Αφού το έλκηθρο έκανε δυο γύρους στην πλατεία παρέσυρε και πήρε τον Κέι μαζί της. Ο Κέι τρομοκρατήθηκε, ήθελε να πει το «Πάτερ ημών», αλλά το μόνο που μπορούσε να θυμηθεί ήταν η προπαίδεια.

Μόλις είδε τη μορφή κατάλαβε ποια ήταν. Ήταν η Βασίλισσα του Χιονιού!

Τον φίλησε στο μέτωπο και τον τύλιξε πολύ καλά στο γούνινο πανωφόρι της.

Ο Κέι αμέσως ξέχασε την Γκέρντα και όλους τους δικούς του.

Πέταξαν πάνω από δάση και πάνω από λίμνες, πάνω από θάλασσες κι από στεριές.

Έτσι περνούσε ο Κέι τις ατέλειωτες χειμωνιάτικες νύχτες. Καθισμένος στα πόδια της Βασίλισσας του Χιονιού.

Τι έκανε όμως η Γκέρντα όταν έβλεπε πως ο Κέι δεν ξαναγύριζε στο σπίτι; Πού να ήταν άραγε; Αλίμονο χάθηκε για πάντα, σκεφτόταν κάθε μέρα.

Ένα πρωινό φόρεσε τα κόκκινα παπούτσια της, βγήκε έξω και αποφάσισε να πάει όπου χρειαστεί για να βρει τον αγαπημένο της αδερφό.

Πήγε στο ποτάμι και το ρώτησε αν ήξερε πού είναι ο Κέι, αλλά το ποτάμι το μόνο που έκανε ήταν να σηκώσει μεγάλα κύματα και να φέρει μια βάρκα. Η Γκέρντα μπήκε στη βάρκα και την παρέσυρε το ρεύμα σε τόπους μακρινούς. Ρώτησε τα πουλιά, τα λουλούδια, τα βουνά, αλλά κανένα δεν έδινε την απάντηση που περίμενε.

Κάποια στιγμή η Γκέρντα αναγκάστηκε να σταθεί να ξαποστάσει. Ξάφνου ένα θεόρατο κοράκι πήδηξε πάνω στο χιόνι μπροστά της, κρώζοντας:

«Κρα, κρα! Καλή σου μέρα»

Κάθισε κάμποση ώρα κοιτάζοντας το κορίτσι και ύστερα τη ρώτησε για πού το είχε βάλει ολομόναχη. Η Γκέρντα είπε στο κοράκι την ιστορία της και το κοράκι την καθησύχασε λέγοντάς της πως ξέρει πού είναι ο Κέι.

«Ο μικρός Κέι σε έχει λησμονήσει για χάρη της Βασίλισσας του Χιονιού. Η Βασίλισσα του Χιονιού ζει σ’ ένα παλάτι, μακριά στην πιο παγωμένη χώρα του κόσμου. Οι τοίχοι είναι καμωμένοι από τη χιονοθύελλα, οι πόρτες και τα παράθυρα από τον άνεμο που περονιάζει. Έχει εκατό αίθουσες και όλες τους είναι φωτισμένες από το βόρειο σέλας. Όλες μοιάζουν μεταξύ τους: ευρύχωρες, άδειες, παγωμένες και εκτυφλωτικά λευκές. Καταμεσής στο άδειο, ατέλειωτο χιόνι απλώνεται μια παγωμένη λίμνη. Εκεί θα πας να βρεις τον αδερφό σου», της είπε και πέταξε μακριά.

Η μικρή Γκέρντα άρχισε να δακρύζει και να σκέφτεται τον αγαπημένο της αδερφό. Σκέφτηκε πως εκεί θα κρύωνε και θα ήταν δυστυχισμένος.

Το μόνο που ζητούσε ήταν να γυρίσει στον απέραντο κόσμο και να ψάξει την παγωμένη χώρα.

Πέρασε πολλές περιπέτειες: ταξίδεψε με άμαξες, βρέθηκε με κλέφτες και κακούς, πέρασε δάση και βουνά, έφτασε στη Λαπωνία και τη Φιλανδία και όσο πλησίαζε, τόσο το κρύο δυνάμωνε. Ο ατμός της ανάσας της Γκρέντας γινόταν όλο και πιο πυκνός . Προσευχόταν και ένιωθε πως την είχαν περικυκλώσει χιλιάδες άγγελοι που την προστάτευαν. Οι άγγελοι άγγιζαν τα χέρια και τα πόδια της, κι εκείνη πια δεν ένιωθε σχεδόν καθόλου κρύο, ώσπου έφτασε στο παλάτι της Βασίλισσας του Χιονιού ατρόμητη και γενναία.

Η εικόνα που αντίκρισε ήταν αυτή ακριβώς που της είχε περιγράψει το κοράκι. Όλα κρύα, παγωμένα και μια λίμνη ραγισμένη σε χίλια ακριβώς κομμάτια, τόσο ίδια μεταξύ τους, σαν να τα χώρισε χέρι θεϊκό. Η Βασίλισσα του Χιονιού καθόταν πάντα στο κέντρο αυτής της λίμνης όταν βρισκόταν στην πατρίδα της.

Ο μικρός Κέι ήταν μελανός, σχεδόν μαύρος από το κρύο, αλλά δεν έδινε σημασία, γιατί η Βασίλισσα του Χιονιού μ’ ένα φιλί, τού είχε διώξει εκείνο το συναίσθημα της ανατριχίλας που ένιωθε κάποτε και η καρδιά του ήταν σαν ένα κομμάτι πάγος. Έπαιζε ανάμεσα στα παγωμένα κομμάτια ενώνοντάς τα μεταξύ τους με κάθε πιθανό τρόπο, όπως κάνουν οι άνθρωποι με τα κομμάτια των παζλ. Συχνά έγραφε ολόκληρες λέξεις, αλλά υπήρχε μια λέξη που δεν μπορούσε να σχηματίσει. Ήταν η λέξη «αιωνιότητα».

Η Βασίλισσα του Χιονιού τού είχε πει πως όταν μπορέσει να τη σχηματίσει σωστά, θα γινόταν αφέντης του εαυτού του και θα του δώσει όλον τον κόσμο καθώς και ένα καινούριο ζευγάρι παγοπέδιλα. Όμως εκείνος δεν κατάφερνε να τη σχηματίσει σωστά.

Η μικρή Γκέρντα πέρασε τις πύλες του παλατιού, επαναλαμβάνοντας τη βραδινή της προσευχή. Μπήκε στη θεόρατη αίθουσα. Είδε τον Κέι, τον αναγνώρισε, έτρεξε προς το μέρος του κι έπεσε πάνω του φωνάζοντας δυνατά το όνομά του.

Εκείνος στεκόταν απαθής όπως και πριν, ψυχρός, παγωμένος κι ακίνητος. Η σκληρότητά του πάγωσε βαθιά τη δύστυχη Γκέρντα. Τα ζεστά, πικρά δάκρυά της κύλησαν πάνω στον Κέι κι άγγιξαν την καρδιά του. Έλιωσαν τον πάγο και παρέσυραν μαζί του το μικρό κομματάκι του καθρέφτη που είχε καρφωθεί εκεί. Ο Κέι την κοίταζε και ξαφνικά ξέσπασε σε λυγμούς. Έκλαιγε ώσπου το γυάλινο κομματάκι γλίστρησε από το μάτι του και παρασύρθηκε από τα δάκρυά του. Αμέσως την αναγνώρισε και ξεφώνισε το όνομά της.

Αγκάλιασε σφιχτά την Γκέρντα, ενώ εκείνη έκλαιγε και γελούσε. Ακόμα και τα κομμάτια πάγου πήραν μέρος στη χαρά τους. Χόρευαν ολόγυρα ευτυχισμένα, κι όταν κουράστηκαν, έπεσαν στη γη σχηματίζοντας τη λέξη «αιωνιότητα».

Έτσι ο Κέι έγινε κυρίαρχος του εαυτού του.

Η Γκέρντα φίλησε τα μάγουλά του κι αμέσως έγιναν ολόδροσα και λαμπερά όπως παλιά. Φίλησε τα μάτια του κι έγιναν κι έλαμψαν σαν τα δικά της, φίλησε τα χέρια του και τα πόδια του κι έγινε ξανά γερός κι ευτυχισμένος.

Η Βασίλισσα του Χιονιού μπορούσε να δει πια την ελευθερία του Κέι γραμμένη καταμεσής στη λίμνη, με αστραφτερά γράμματα από πάγο.

Πιάστηκαν από το χέρι και, καθώς προχωρούσαν, οι αέρηδες καταλάγιαζαν κι ο ήλιος λαμπερός ξεμύτιζε ανάμεσα από τα σκοτεινά σύννεφα.

Πήραν δυο χαρούμενους τάρανδους που έφεραν πίσω τον Κέι και την Γκέρντα στο μικρό ζεστό σπιτάκι τους.

Ανέβηκαν μαζί τα σκαλιά και μπήκαν στο γνώριμο δωμάτιο. Το ρολόι χτυπούσε και οι δείκτες γύριζαν όπως παλιά. Μόνο μια διαφορά υπήρχε: μέσα τους ήταν διαφορετικοί γιατί είχαν πια ωριμάσει.

Οι τριανταφυλλιές στη στέγη άνθιζαν μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο και κάτω από αυτές βρίσκονταν τα σκαμνάκια των παιδιών.

Ο Κέι και η Γκέρντα κάθισαν πιασμένοι ακόμα από το χέρι. Ξέχασαν την παγωμένη και απατηλή λαμπρότητα της Βασίλισσας του Χιονιού. Τους φαινόταν πια σαν ένα μακρινό δυσάρεστο όνειρο. Η γιαγιά τους, που είχε γεράσει πια, καθόταν στη λιακάδα και διάβαζε τη Βίβλο που έλεγε πως μόνο όσοι γίνουν σαν τα παιδιά θα κληρονομήσουν τη Βασιλεία των Ουρανών.

Ο Κέι και η Γκέρντα κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και στη στιγμή κατάλαβαν τα λόγια του ύμνου:

ΑΝΘΙΖΟΥΝ ΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΚΑΙ ΧΑΝΟΝΤΑΙ ΜΑΚΡΙΑ

ΤΟ ΘΕΙΟ ΒΡΕΦΟΣ ΚΑΤΟΙΚΕΙ ΣΕ ΚΑΘΕ ΑΓΝΗ ΚΑΡΔΙΑ

ΑΝ ΕΧΟΥΜΕ ΤΗ ΧΑΡΗ ΤΟΥ, ΤΗΝ ΟΨΗ ΤΟΥ ΘΑ ΔΟΥΜΕ

ΚΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΧΑΡΟΥΜΕΝΟΙ ΣΑΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΘΑ ΖΟΥΜΕ



Και τότε κάθισαν και οι δυο, μεγάλοι κι όμως πάντα παιδιά, παιδιά στην καρδιά, και γύρω τους χαμογελούσε ένα πανέμορφο και ζεστό καλοκαίρι.


ΤΕΛΟΣ





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου